Η Ελαιογραφία και το Λάδι ζωγραφικής ως μέσον

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail

Λάδια Καλλιτεχνικά

λάδια ελαιογραφίας
λάδια ελαιογραφίας

Ελαιογραφία, ζωγραφική με ελαιοχρώματα (λαδομπογιές), μέσο που συνίσταται σε διαλύματα στερεών χρωστικών ουσιών με ξηραινόμενα έλαια. Η μεγήλη ευκολία με την οποία πραγματοποιείται η ανάμιξη των τόνων ή του χρώματος κάνει το μέσο αυτό μοναδικό στον τομέα της ζωγραφικής με ρευστά υλικά. Ταυτόχρονα πετυχαίνει εύκολα ικανοποιητική απόδοση της γραμμής και γρήγορα, συναρπαστικά αποτελέσματα. Έχει ακόμη τη δυνατότητα να δημιουργεί αδιαφανείς, διαφανείς και ημιδιαφανείς χρωματικές επιφάνειες και είναι αξεπέραστο, ως υλικό, όσον αφορά την ποικιλία της υφής.

Οι λαδομπογιές των καλλιτεχνών φτιάχνονται με την ανάμιξη ξηρών χρωστικών ουσιών (σε μορφή σκόνης) με εκλεκτής ποιότητας καθαρό λινέλαιο (ψημένο), ώστε να δημιουργηθεί ένας πυκνός πολτός που αλέθεται με ισχυρή τριβή σε χαλύβδινους κυλινδρόμυλους. Η συνοχή του χρώματος είναι σημαντικός παράγοντας. Ο κανόνας είναι ένας μαλακός πολτός, όχι πολύ παχύρρευστος , ούτε πολύ αραιός ή κολλώδης. Όταν ο καλλιτέχνης χρειάζεται μια πιο ρευστή μάζα, αναμιγνύει στον πολτό ένα υγρό διαλυτικό μέσο, όπως καθαρό τερεβινθέλαιο (νέφτι). Για να επιταχυνθεί το στέγνωμα, χρησιμοποιείται μερικές φορές κάποιο στεγνωτικό υγρό (σικατίφ).

solvent-usage-picture

Λάδια ζωγραφικής και η σύνθεσή τους  με απλά λόγια

Στην απλούστερη μορφή τους, τα λάδια ζωγραφικής  είναι ένα μίγμα από τρία στοιχεία: χρωστική ουσία, συνδετικό υλικό και αραιωτικό. Χρωστική ουσία είναι το στοιχείο του χρώματος ενώ το συνδετικό υλικό (το λάδι) είναι το υγρό όχημα ή φορέας  που συγκρατεί την χρωστική ουσία ώστε να εφαρμόζεται στον καμβά.

Το αραιωτικό  συνήθως προστίθενται στο παχύρρευστο μείγμα χρωστικής – λαδιού ώστε να είναι ευκολότερο να εφαρμοστεί σε μία επιφάνεια με ένα πινέλο. Έτσι για παράδειγμα, μία από τις απλούστερες συνθέσεις καλλιτεχνικού ελαιοχρώματος  θα μπορούσε να περιέχει ένα μείγμα από κόκκινο οξείδιο του σιδήρου (χρωστική ουσία), λινέλαιο (το συνδετικό) και τερεβινθίνη (το αραιωτικό).  Το Χρώμα λαδιού μπορεί επίσης να περιέχει έναν αριθμό από άλλα πρόσθετα, για την προώθηση της ξήρανσης, της εμφάνισης όπως και άλλων δράσεων.

Η αντίδραση του λαδιού ως υλικό σύνθεσης;

Σε αντίθεση με τέμπερα, ακρυλικό χρώμα, υδατογραφία, ή γκουάς, όλα εκ των οποίων στεγνώνουν με εξάτμιση, το λάδι στεγνώνει με οξείδωση (το λάδι αντιδρά χημικά με το οξυγόνο του αέρα και αλλάζει σταδιακά από υγρό σε ένα πήκτωμα και τελικά γίνεται σκληρό).

white tube

Ποία είδη των ελαίων  χρησιμοποιούνται στα λάδια ζωγραφικής;

Το πιο δημοφιλές είδος του ελαίου που χρησιμοποιείται στη ζωγραφική με λάδι  είναι το λινέλαιο, διότι (σε αντίθεση με άλλα φυτικά έλαια) στεγνώνει από την οξείδωση.Το Λινέλαιο δεν είναι το μόνο έλαιο ξήρανσης (ή στεγνωτικό) έλαιο: μπορεί επίσης να χρησιμοποιειθεί το έλαιο κνήκου, οι σπόροι  παπαρούνας, το καρυδέλαιο, ανάλογα με τη γυαλάδα, το χρόνο και άλλες επιδράσεις που απαιτούνται για  το στέγνωμα. Ωστόσο, το λινέλαιο τείνει να στεγνώνει γρηγορότερα και, κατά τη διαδικασία, σχηματίζει ένα πιο εύκαμπτο φιλμ βαφής που μπορεί να επαναφερθεί  πιο εύκολα. Σημειώστε επίσης, ότι οι χρωστικές δεν στεγνώνουν με την ίδια ταχύτητα:  απόχρωση «μαύρο κάρβουνου» για παράδειγμα, τείνει να είναι πιο αργή στην ξήρανση, ενώ το «κόκκινο / κίτρινο της ώχρας» σκληραίνει πολύ πιο γρήγορα.

Τα πιο ακριβά χρώματα τείνουν να περιέχουν μόνο υψηλής ποιότητας χρωστικές και λινέλαιο με αποτέλεσμα να προσφέρουν εξαιρετικό χρωματικό βάθος και ζωντάνια. Ουσιαστικά μιλάμε για  πολύ ανθεκτικά χρώματα που δεν ξεθωριάζουν και που είναι πολύ προσαρμοστικά, τόσο ώστε να χρησιμοποιούνται σε πολλές τεχνικές.

Σημαντικοί παράγοντες στην επιλογή ενός ελαιοχρώματος είναι οι εξής : Περιεκτικότητα σε χρωστική, Φωτοσταθερότητα, Υφή, Μέγιστη φωτεινότητα  χρώματος, Βάθος χρώματος , Αντοχή σε UV ακτινοβολία και Καιρικά φαινόμενα.

27b7c884f1e2708bf7a916f4583833af

Τα καλύτερα πινέλα είναι δύο ειδών : κόκκινο από τρίχες ζιμπελίνας και λευκό από σκληρή τρίχα (γουρουνότριχα). Και τα δύο είδη υπάρχουν σε αριθμημένα μεγέθη σε τέσσερα συνήθη σχήματα : στρογγυλό (που καταλήγει σε μύτη), πλακέ, πλατύ και κοντό (λιγότερο εύκαμπτο από το προηγούμενο), και οβάλ (πλατύ αλλά με αμβλεία απόληξη). Τα πινέλα από κόκκινη ζιμπελίνα χρησιμοποιούνται πολύ για απαλότερες, λιγότερο έντονες πινελιές. Το μαχαίρι ζωγραφικής, μια λεπτή, εύκαμπτη παραλλαγή της σπάτουλας, είναι κατάλληλο εργαλείο για την επίθεση παχύτερων στρωμάτων λαδομπογιάς.

P1000674

Η καθιερωμένη επιφάνεια για τη ζωγραφική με ελαιοχρώματα είναι το πυκνουφασμένο κανναβόπανο (μουσαμάς) από καθαρό ευρωπαικό λινό. Ο μουσαμάς κόβεται στο επιθυμητό μέγεθος και τεντώνεται σε ένα πλαίσιο (τελάρο), συνήθως ξύλινο, όπου στερεώνεται με πινέζες ή στον 20ο αιώνα με μεταλλικούς συνδετήρες. Για να μειωθεί η απορροφητικότητα του μουσαμά και να επιτευχθεί μια όσον το δυνατόν πιο λεία επιφάνεια, αλείφεται με ένα πρώτο επίχρισμα που αφήνεται να στεγνώσει πριν αρχίσει το ζωγράφισμα. Τα πιο συνηθισμένα προκαταρκτικά επιστρώματα και ο πυκνός λευκός γύψος, η ζωική κόλλα και το λευκό του Μολύβδου (στουπέτσι). Αν υπάρχει προτίμηση για άκαμπτη και λεία επιφάνεια αντί της της ελαστικής υφής, μπορεί να χρησιμοποιηθεί φύλλο από ακατέργαστο χαρτόνι, επιχρισμένο με κόλλα ή αστάρι. Έχουν δοκιμαστεί και άλλες επιφάνειες ως βάση, όπως χαρτί και διάφορα υφάσματα και μέταλλα.

mediums2

Όταν τελειώσει η ελαιογραφία επιχρίεται συνήθως με ένα στρώμα από βερνίκι, για προστασία από καιρικές συνθήκες, μικρότερα γδαρσίματα και την επιζήμια επισώρευση σκόνης. Το λεπτό αυτό στρώμα βερνικιού μπορεί να αφαιρεθεί ακίνδυνα από ειδικούς με την χρησιμοποίηση ισοπροπυλικής αλκοόλης και άλλων κοινών διαλυτικών. Η επίχρηση με βερνίκι δίνει επίσης στην επιφάνεια μια ομοιόμορφη στιλπνότητα και επαναφέρει τη βαθύτητα των τόνων και την ένταση των χρωμάτων στα αρχικά σχεδόν επίπεδα που είχε πετύχει ο καλλιτέχνης με την υγρή μπογιά. Ορισμένοι καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, ιδίως εκείνοι που δεν συμπαθούν τα βαθιά, έντονα χρώματα, προτίμησαν στις ελαιογραφίες τους ως τελείωμα ένα βερνίκι ματ, χωρίς στιλπνότητα.

Οι περισσότερες ελαιογραφίες που φιλοτεχνήθηκαν πριν από τον 19ο αιώνα χρησιμοποίησαν την χρωματική επίθεση κατά στρώματα. Το πρώτο στρώμα ήταν μια άτονη ομοιόμορφη επιφάνεια, που αποτελούσε το έδαφος (βάθος) του πίνακα. Το βάθος αυτό μετρίαζε το έντονο λευκό του προκαταρτικού  επιχρίσματος (ασταρώματος) και αποτελούσε μια απαλή χρωματική βάση για τη ζωγραφική παράσταση. Διαγράφονταν έπειτα κατά προσέγγιση οι μορφές και τα αντικείμενα του πίνακα με αποχρώσεις λευκού μαζί με γκρίζο ή ουδέτερο πράσινο, κόκκινο ή καφετί. Οι δημιουργούμενες σκούρες και ανοιχτές μονόχρωμες μάζες αποτελούσαν το υπόστρωμα του πίνακα. Οι μορφές καθορίζονταν καλύτερα με πυκνή μπογιά, είτε με ακανόνιστα στρώματα αδιαφανούς χρώματος, επιχριόμενα ελαφρά, που προσδίνουν στο έργο μεγάλη ποικιλία ζωγραφικών εφέ (βάθος, φωτοσκιάσεις κ.λ.π). στο τελικό στάδιο χρησιμοποιούνταν διαφανή στρώματα καθαρού χρώματος (βερνίκια), για να προσδώσουν στις μορφές φωτεινότητα, βάθος και λάμψη και καθορίζονταν τα εντονότερα φωτισμένα μέρη του πίνακα με παχιά, αδρή επίστρωση χρώματος (impasto).

Η μέθοδος ελαιογραφίας στη ζωγραφική ανάγεται στον 11ο αιώνα. Η πρακτική όμως της ζωγραφικής του καβαλέτου με ελαιοχρώματα πηγάζει άμεσα από την τεχνική της ζωγραφικής με τέμπερα, του 15ου αιώνα. Οι βασικές βελτιώσεις στο ραφινάρισμα του λινελαίου και  η διαθεσιμότητα των πτητικών διαλυτικών μετά το 1400 συνέπεσαν με την ανάγκη για κάποιο άλλο μέσο, πλην της αβγοτέμπερας, που να μπορεί να ανταποκριθεί στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της Αναγέννησης. Αρχικά χρησιμοποιούνταν ελαιοχρώματα με βερνίκια για να δώσουν λάμψη στους πίνακες με τέμπερα,τους ζωγραφισμένους με την παραδοσιακή γραμμική σχεδιαστική δεξιοτεχνία. Οι τεχνικά λαμπερές , σαν πολύτιμα πετράδια, προσωπογραφίες του φλαμανδού ζωγράφου του 15ου αιώνα Γιαν Βαν Άυκ λ.χ. είναι φτιαγμένες με τον τρόπο αυτό.

oil paint

Κατά τον 16ο αιώνα, το ελαιόχρωμα αναδείχθηκε σε βασικό μέσο ζωγραφικής στη Βενετία. Στο τέλος του αιώνα οι βενετσιάνοι καλλιτέχνες είχαν αποκτήσει μεγάλη ικανότητα στην αξιοποίηση των βασικών χαρακτηριστικών της ελαιογραφίας, ιδιαίτερα στη χρήση των επάλληλων στρωμάτων βερνικιού. Μετά από μακρά περίοδο εξελίξεων, το λινό κανναβόπανο (μουσαμάς) αντικατέστησε την ξύλινη σανίδα και γενικεύθηκε ως επιφάνεια της ελαιογραφίας.

Van Dyck  fingerprint

Ένας από τους μεγάλους καιλλιτέχνες του 17ου αιώνα που διακρίθηκε στην τεχνική της ελαιογραφίας ήταν ο Ισπανός ζωγράφος Βελάσκεθ, που εργάστηκε σύμφωνα με την βενετσιάνικη παράδοση. Την τεχνοτροπία του, που τη χαρακτηρίζει εξαιρετική λιτότητα αλλά και έντονη εκφραστικότητα της πινελιάς, τη μιμήθηκαν συχνά, ιδίως στην προσωπογραφία. Ο Φλαμανδός ζωγράφος Ρούμπενς επηρέασε τους μεταγενέστερους ζωγράφους ως προς τον τρόπο απόδοσης των ανοικτών χρωμάτων, σε παχιά, αδιαφανή στρώματα, πλάι στους αραιούς, διαφανείς, σκούρους τόνους και στις σκιές. Ένας τρίτος μεγάλος καλλιτέχνης της ελαιογραφίας, κατά τον 17ο αιώνα, ήταν ο Ολλανδός ζωγράφος Ρέμπραντ. Στα έργα του, μία και μόμη πινελιά μπορεί να απεικονίσει ουσιαστικά την μορφή, εώ οι επάλληλες πινελιές δίνουν μεγάλο βάθος στν υφή των αντικειμένων, συνδυάζοντας το αδρό με το μαλακό, το πυκνό με το λεπτό. Το σύστημα των επάλληλων στρωμάτων λευκού και των διαφανών σκούρων χρωμάτων εξαίρεται περισσότερο με τη στιλπνότητα του βερνικιού, τους χρωματικούς συνδυασμούς με την εξαιρετική ρύθμιση της παχύτερης επίστρωσης χρωμάτων με το μαχαιράκι.

Rubens David abigail

Άλλες βασικές επιδράσεις στην τεχνική της μεταγενέστερης ζωγραφικής του καβαλέτου είναι οι σφιχτοδεμένες τεχνοτροπίες με τον προσεκτικό σχεδιασμό και τις μαλακές διαβαθμίσεις αραιωμένων χρωμάτων. Πολλά θαυμάσια έργα (όπως λ.χ. οι πίνακες του Βερμέερ) είναι φτιαγμένα με μαλακές διαβαθμίσεις και συνδυασμούς τόνων, πετυχαίνοντας εξαιρετική λεπτότητα στις φόρμες και απαλές χρωματικές παραλλαγές.

www.iralu.gr

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail

Σχολιάστε